WordReference English-Greek Dictionary © 2026:
| Κύριες μεταφράσεις |
| prose n | (writing: not verse) (γραπτός λόγος) | πεζός λόγος ουσ αρσ |
| | | πεζογραφία, πρόζα ουσ θηλ |
| | | πεζογράφημα ουσ ουδ |
| | Her prose is just as compelling as her song lyrics. |
| | Ο πεζός της λόγος είναι το ίδιο συναρπαστικός με τους στίχους των τραγουδιών της. |
| | Η πρόζα της είναι το ίδιο συναρπαστική με τους στίχους των τραγουδιών της. |
| | Τα πεζογραφήματά της είναι το ίδιο συναρπαστικά με τους στίχους των τραγουδιών της. |
| prose n | (speech: not verse) (προφορικός λόγος) | άμετρος λόγος ουσ αρσ |
| | The middle section of the song is in prose, and spoken. |
| prose adj | (written in prose) | πεζός επίθ |
| | Some prose translations of “The Odyssey” are very good. |
WordReference English-Greek Dictionary © 2026: